λιτανεία


λιτανεία
[литаниа] ουσ. Θ. крестный ход

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λιτανεία" в других словарях:

  • λιτανεία — λιτανείᾱ , λιτανεία entreaty fem nom/voc/acc dual λιτανείᾱ , λιτανεία entreaty fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιτανείᾳ — λιτανείᾱͅ , λιτανεία entreaty fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιτανεία — η крестный ход – всенародное шествие христиан с целью призывания помощи Божией и святых Этим. < λιτανεύω < дргр. λιτανός «просительный» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • λιτανεία — Ικετήρια πομπή της χριστιανικής θρησκείας, κατά την οποία γίνεται περιφορά ορισμένης εικόνας στην ενορία, ή και πέρα από την περιοχή της, που αποβλέπει στην κατάπαυση, με θεϊκή επέμβαση, δημόσιων κακών που οφείλονται –όπως πιστεύουν όσοι μετέχουν …   Dictionary of Greek

  • λιτανεία — η θρησκευτική τελετή στην οποία ιερείς περιφέρουν εκκλησιαστική εικόνα ή άγια λείψανα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λιτανείας — λιτανείᾱς , λιτανεία entreaty fem acc pl λιτανείᾱς , λιτανεία entreaty fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιτανείαν — λιτανείᾱν , λιτανεία entreaty fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιτανειῶν — λιτανεία entreaty fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιτανείαις — λιτανεία entreaty fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek